Blast from the past
Επέστρεψα σπίτι στις 7.Μπήκα μέσα, ξύπνησα τον σκύλο για να με καταλάβει. Με στραπατσαρισμένη μούρη, άρχισε να με μυρίζει, να κουνάει την ουρά του και να χαίρεται σαν να με βλέπει μετά από χρόνια. Κάθε μέρα το ίδιο. Κάθε φορά η ωραιότερη στιγμή της ημέρας. Σαν να ρίχνει με αυτή του την κίνηση λευκή μπογιά πάνω σε όλα τα μελανά σημεία της καθημερινότητας. Κρέμασα το μπουφάν μου και άνοιξα όλα τα παράθυρα να μπει φρέσκος αέρας. Αυτή την ώρα είναι που θα ήθελα να φτιάξω ένα ποτό, να καπνίσω και να μείνω στη σιωπή. Να επιβραβεύσω τον εαυτό μου. Ίσως και μ’ ένα κομμάτι ζεστή καρυδόπιτα. Ναι, αυτό πραγματικά θα απογείωνε την απόλαυση μου! Αρκέστηκα σε ένα ποτήρι γεμάτο πάγο, τζιν τόνικ με μια φέτα λάιμ και πήρα στο χέρι μου ένα σλιμ τσιγάρο. Η πρώτη ρουφηξιά ήταν γεμάτη και πικρή. Σε σκέφτηκα…Έφερα στο μυαλό μου λέξη προς λέξη οτι είπαμε…Χαμογέλασα και πήρα βαθιά ανάσα. Αν μασκαρεύουμε την ‘ευτυχία’ σε μικρές στιγμές, τότε ναι…Σίγουρα αυτό ένιωσα σήμερα.
Γιατί η ευτυχία αυτό είναι. Η προσωπική μας κολλεξιόν μικρών υπέροχων στιγμών. Μια αγκαλιά, μια μυρωδιά, ένα φιλί, μια λέξη, ένα χαμόγελο. Αυτό που ξεχωρίζει σε ένα μυαλό που κουβαλάει τα πάντα. Αυτό είμαστε, άλλωστε. Εικόνες κ συναισθήματα. Γιατί κάθε εικόνα κάνει τη μικρή ή μεγάλη της παρέλαση μέσα μας. Ακόμα και τα πρόσωπα που είδες μια βραδιά, φευγαλέα, πίσω από τζάμια τρένου να φεύγουν, σε όλες τις βραδιές σ’ ακολουθάνε. Και τα συναισθήματα το ίδιο. Κι ύστερα είναι κ αυτές οι μικρές, υπέροχες στιγμές. Αν ανοίξεις την πόρτα του μυαλού, στέκονται πρώτες πρώτες, ψηλά στο βάθρο τους. Αδύνατον να μην τις δεις. Σα να μπεις στο Λούβρο και να μη δεις τη Νίκη της Σαμοθράκης. Ο δικός μας, κατάδικός μας, προσωπικός θησαυρός. Οι στιγμές που όλα φαίνονται τόσο απρόσμενα οικεία, τόσο υπέροχα διαφορετικά. Που οι λέξεις, οι γεύσεις, οι μυρωδιές κατακλύζουν και το τελευταίο κύτταρο του κορμιού, αβίαστα, απαλά. Σαν ανοιξιάτικο αεράκι του Επιταφίου, ή σαν προσευχή μικρού παιδιού, που λέει κ ο Χατζηδάκις. Για αυτές τις μικρές, υπέροχες στιγμές, υπομένω όλες τις άλλες, ξορκίζω το κακό, αντέχω το ευτελές. Για αυτές τις στιγμές ζω.
Θέλω να βάλω τα κλάματα. Για όλα αυτά τα υπέροχα που νιώθω αλλά και για την θλίψη μου. Ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να σκάσει από λεπτό σε λεπτό. Προσπαθώ να φυλακίσω τις αναμνήσεις μέσα μου, να μην δραπετεύσουν ποτέ. Να σφίξω τη γροθιά μου, βάζοντας μέσα την ‘αλήθεια’ μου, να την φιλήσω και να την ακουμπήσω στην καρδιά μου να την απορροφήσει. Είναι αυτό το υγρό ποτάμι των ματιών μου που με φέρνει πιο κοντά στην λύτρωση. Πως μαστιγώνουμε τους εαυτούς μας με τόσα ‘πρέπει’ ; Πότε ξεχάσαμε την αίσθηση του δυνατού αέρα στο πρόσωπο μας, κάνοντας κούνιες; Πόσα καταδικασμένα στην βουβαμάρα ‘γιατί’ θα πούμε ακόμα; Πνίγομαι. Έλλειψη οξυγόνου. Με ζαλίζει ο καπνός…
(Source: misskoopa)
(Source: DILKE)
(Source: beetlewings)
(Source: bella7)
(Source: imgfave)
Μπάμπουσκα
Μια μέρα θα γίνουν όλα όπως τα θέλω. Τα κορίτσια θα κυκλοφορούν με φορέματα, μακριά φρεσκολουσμένα μαλλιά και απαλό δέρμα. Τα αγόρια θα φοράνε τζιν, θα έχουν κοντά μαλλιά και θα περπατάνε ωραία. Θα κανονίζουμε τα πρώτα ραντεβού σε παγκάκια τρώγοντας παγωτό και δεν θα χρειάζεται να μιλάμε πολύ. Θα πηγαίνουμε για χορό και θα ξεδιψάμε πίνοντας κοκακόλα με μπόλικο πάγο.
Θα είναι όλα πιο εύκολα; Όχι. Θα είναι πιο αληθινά; Μακάρι.
Μικρή δεν ονειρευόμουν να γίνω πριγκίπισσα. Φανταζόμουν όμως λευκούς μονόκερους, μυθικά πλάσματα που ζουν στο δάσος και νεράιδες που τραγουδούν στην ομίχλη. Τα καλύτερα παραμύθια τα έλεγε η αδερφή μου. Γιατί ήταν όλα δικά της. Χαζές ιστορίες βγαλμένες από το κεφάλι της που μ’ έκαναν να μένω με το στόμα ανοιχτό και να την θαυμάζω. Αν είχα ποτέ πρότυπο, τότε σίγουρα ήταν η αδερφή μου. Η μεγάλη μου αδερφή. Και παρόλο που ποτέ δεν της το λέω, ακόμη την θαυμάζω. Που έχει κρατήσει τόση αγνότητα μέσα της και που παλεύει για πράγματα που εγώ εγκατέλειψα.
Για πάμε πάλι πίσω. Δύο σειρές πιο πάνω, όχι στο παρελθόν. Πάει αυτό, τι να το κάνεις; Σε καθόρισε ναι, αλλά μην μένεις κολλημένος. Όλα κινούνται και όλα αλλάζουν. Θυμήσου, αν το ποτάμι μείνει ακίνητο γίνεται βάλτος. Πεθαίνουν όλα μέσα του.
Πίσω λοιπόν στην αλήθεια. Στα όμορφα κορίτσια που θα γελούν με την ψυχή τους και στα αγόρια που θα τους κρατούν το χέρι. Που θα κρυφοκοιτάζουν τα γυμνά μπούτια και θα προσπαθούν ν’ αγγίξουν λίγο παραπάνω σάρκα. Στα ελεύθερα πάθη, στα λάθη που θα γίνονται μόνο από τρέλα και έρωτα και στις μυρωδιές που μπορούν να ενωθούν χωρίς τύψεις. Στα προσωπικά κολλήματα που θα μας ακινητοποιούν τα βράδια στο κρεβάτι και στα πρησμένα χείλια απ΄τα φιλιά. Στους Coasters που ακούγονται από μια κάμπριο μάστανγκ πηγαίνοντας εκδρομή στην έρημο.
Σε μια καρέκλα που θα αντέχει και τους δύο και στα σεντόνια που μοσχοβολάνε. Στα ραβασάκια. Στα ραβασάκια που θα γράφουν προστυχιές κάνοντας τα κορίτσια να κοκκινίζουν.
Καλά ξέρω. Είναι εκνευριστικά ρομαντικά όλα αυτά. Κράτα ότι θες. Εμένα βγάλε από τον σημερινό κόσμο της ταμπέλας και όπου και να με πας θα είμαι καλύτερα. Θα μου πεις, γιατί δεν το κάνεις και τώρα εδώ που είσαι; Το προσπαθώ. Γι’ αυτό και αρκετοί γίνονται καπνός. Γιατί άμα δεν τους εξηγήσεις την ταμπέλα, θολώνουν. ‘Τι είστε;’ ‘τι σχέση έχετε;’ ‘δηλαδή τι κάνετε;’ . Κι άντε να εξηγείς. Στέκεσαι εκεί σαν ούφο να απορείς πόσο θα κρατήσει η αστρική σου προβολή σ’ αυτόν τον πλανήτη. Δεν μπορώ να το ψάξω. Όχι κι αυτό.
Εγώ ψάχνω τις μπάμπουσκες. Αυτές τις καταστάσεις που ενώ λίγο πολύ ξέρεις που θα καταλήξουν, δεν παύεις να θες να τις ανοίξεις όλες, να τις βάλεις στοιχισμένες να δεις αν είναι ολόιδιες μέχρι να ξαναβολέψεις την μία μέσα στην άλλη.
Είμαι ακόμα στην πρώτη.
(Source: raising-hell)
In denial
Τόσους χωρισμούς κι ακόμα να καταλήξω αν είναι καλύτερα να ξεθωριάζει κάτι ομαλά ή αν η βίαιη και απότομη απουσία του άλλου σε βοηθάει να ξεχάσεις γρηγορότερα. Με μια πρώτη σκέψη θα προτιμήσω το πρώτο. Ίσως γιατί είναι πιο βολικό θα περάσεις από όλα τα στάδια και να στερέψει κάτι. Να το δεις, να το νιώσεις, να σου έρθει αβίαστα. Σαν να κάνεις μια παράταση του πόνου. Να τον ξεγελάσεις. Αν πονάς. Συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις περνάς πιο εύκολα στο δεύτερο σκαλοπάτι της απώλειας, στη θλίψη.
Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή που γεννάει τα χιλιάδες ‘γιατί’. Δεν έχεις καταλάβει από πού σου σκάει η σφαλιάρα. Απλά την τρως. Περνάς την φάση της άρνησης ότι δεν συμβαίνει αυτό στην πραγματικότητα και μετά μέρα με τη μέρα έρχεται ο πόνος, η οργή και πολύ πιο μετά η θλίψη. Ίδιο το αποτέλεσμα και στις δυο περιπτώσεις.
Κι έχεις χάσει όλες αυτές τις ώρες να σκέφτεσαι τα ‘αν’ τα ‘γιατί’ για να σου μείνει στο τέλος το κουφάρι. Σταματάς να ψάχνεις και απλά κοιτάς. Τον τοίχο, το ρολόι, το κινητό, τα ξεφτισμένα νύχια που ξέχασες να ξεβάψεις, τον σκύλο που απορεί και τον εξαθλιωμένο εαυτό σου που δεν αναγνωρίζεις πια.
Σιωπή. Βουβά δάκρια που έπεσαν αμάχητα. Χωρίς να διεκδικούν. Χωρίς να γνωρίζουν. Πρήζεσαι, ξεπρήζεσαι, γλείφεις την αλμύρα που σταματάει στα χείλια σου, κάνεις το τσιγάρο ως επιβράβευση του θανάτου σου. Και μένεις εκεί. Καταλαβαίνεις ότι τώρα ξεκινάει το πένθος. Φεύγει το κλάμα, φεύγει η οργή, φεύγει η άρνηση. Ένα ένα σ’ εγκαταλείπουν. Ίσως να μένει η θλίψη σαν ελαφρύ πανωφόρι που απλά δεν είσαι σε θέση να αποχωριστείς ακόμη.
Ακόμα να παραδεχθείς την αλήθεια; Ακόμα σ’ ενοχλεί περισσότερο το πώς αντέχει ο άλλος χωρίς εσένα και όχι ότι εσύ ο ίδιος έχεις αρχίσει να τον ξεπερνάς; Γιατί; Αφού αυτό που σε πονάει είναι που σου ξεγλιστράει από μέσα σου. Και λιγότερο πλέον που εκείνος δεν σ’ αναζητά.
Και παλεύεις μέσα σου να μην σου φύγει. Ξαναδιαβάζεις κάθε του λέξη, κοιτάς φωτογραφίες, κλείνεις τα μάτια και ακούς τη φωνή να σου ψιθυρίζει. Γεμίζεις τα πνευμόνια σου με λογική και λες ότι έτσι έπρεπε να γίνει αυτή τη στιγμή. Αυτό επέλεξε κάποιος. Αυτό έτυχε. Τύχη ή επιλογή. Δεν ξερω…
Βιώνουμε μικρούς χωρισμούς καθημερινά. Με φίλους, με συγγενείς, με απρόσμενα οικεία άγνωστους που τρύπωσαν στη καρδιά σου, με μεγάλους θυελλώδεις έρωτες, με βαθιές αγάπες. Ο καθένας ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο κάθε χωρισμό. Κάθε πόνο. Κάθε συναίσθημα.
Άρνηση. Γιατί όταν έρθει η αποδοχή θα την υποδεχθεί κάτι νέο που δεν θα σε θυμίζει πια. Ένα άλλο συναίσθημα που δεν μας ταιριάζει.
Άσε με να ονειρεύομαι θάλασσες και πελάγη, να τυλίγομαι σε ξεχειλωμένα πουλόβερ, να έχω σκορπισμένα βινύλια και δυο κούπες αχνιστό καφέ να μας περιμένουν…
Άσε με εμένα στο ψέμα μου πως ήταν όλα αλήθεια.
(Source: pennyxlane)


